Μέρος 1ο..
Στέκεται ακόμα ένα απόγευμα , απέναντι στη μεγάλη της αγάπη, τη Θάλασσα της.. Πάλι , προφασίστηκε ραντεβού με πελάτες εκτός πόλης.
Δεν αντέχονται πλέον οι ώρες της μεσημεριάτικης σιέστας στο σπίτι..μαζί του..
Ανάβει και σβήνει τα τσιγάρα, όπως τις ανάσες της..το ένα διαδέχεται το άλλο..
Σκέφτεται και ξανασκέφτεται τη ζωή της, την μέχρι τώρα , την από δω κ τώρα.
Ποιά ζωή της , δηλαδή-ας μη γελιέται..
Δουλεύει σκληρά, χρόνια τώρα κ κατά κοινή ομολογία , έχει πετύχει στη δουλειά της..
Επιτυχίες πολλές και χρήματα ακόμα περισσότερα.
Παράσημα, που αδυνατούν , να επουλώσουν το αρχέγονο τραύμα , της αρχέγονης μοναξιάς..
Εξαργυρώνει , τα λάθη της , με το κέρδος της επιείκειας, που έχει αναπτύξει, απέναντι στον εαυτό της και στους άλλους ανθρώπους. πιο επιεικής..περισσότερο υπομονετική..
Μονάχα με εκείνον αδυνατεί να είναι έτσι..δεν γίνεται..
Στη σκέψη του και μόνο, ανάβει νέο τσιγάρο..
Τον φοβάται, εχθρός φαντάζει ..Την τρώει και τον τρώει..Δέκα χρόνια μαζί, χωρίς γάμο,χωρίς οικογένεια..κοινή απόφαση κάποτε..
Συγκατοικούν εδώ και τέσσερις μήνες, στο δικό της σπίτι..κοινή κ αυτή η απόφαση..
-Δεν αλλάξαμε τίποτα σκέφτεται.
-Μόνον δυο συρταριέρες επιπλέον για τα προσωπικά του είδη..
-Βλεπόμαστε ελάχιστα , συλλογάται..
Κ οι δύο έχουν ελεύθερα αλλά απαιτητικά ωράρια..
Αναζητούν πάντα ο ένας τον άλλο, όπως η κακία την αρετή, όπως ο διάβολος το λιβάνι, όπως η αμαρτία την εξιλέωση..
-Πως γίναμε έτσι; αναρωτιέται..
-Γιατί δεν χωρίζουμε;
-Ποια πρόσωπα , χαράχτηκαν στα πρόσωπα μας τώρα, που δεν αναγνωρίζουμε;
-Πως φτάσαμε να μιλάμε "για ήρεμη αγάπη";για συντροφικότητα, για καθήκον, για συνήθειες, για συμπόνοια;όλες αυτές τις έννοιες , που χλευάζαμε άλλοτε με την έπαρση της νιότης μας;
-Που πήγε ο Έρωτας;
-Πως να παρηγορηθώ;να αποξεχαστώ;
Ξαφνικά, η αφύπνιση του κινητού της , την βγάζει από τις σκέψεις της..
Η ώρα 18.30 απογευματινή..-
-Πρέπει να βιαστώ, σκέφτηκε..
-Σήμερα έχω την τελευταία πρόβα νυφικού..