
Το φως του δρόμου , μια πελώρια σιωπή –μια παγερή μετέωρη λύπη..
Είσαι «το πεπρωμένο μου» σου είπα, εκεί πάνω στα μουσκεμένα από ιδρώτα κ έρωτα σεντόνια.. στο ξένο δωμάτιο, που κοιμηθήκαμε-τόσο ξένο...χιλιάδες άγνωστοι, πριν από εμάς , είχαν αφήσει μέσα του μια γεύση από δρόμο..
Γνώριζα με εκείνη την γνώση, που αφανίζει, ότι επρόκειτο για μια αλήθεια ξεκάθαρη κ απόλυτη, όπως ο Χρόνος, που ροκανίζει στις γωνιές τόσο άσπλαχνα, τις λίγες μας κοινές στιγμές..
Δεν είπες τίποτα.. μονάχα με πήρες μια πιο σφιχτή αγκαλιά, σαν να συμφώνησες..
Έχωσα το κεφάλι μου, στην ζεστή φωλιά του λαιμού σου, για να μην δεις τα σιωπηλά μου δάκρυα κ το σκοτάδι των ματιών και της ψυχής μου..
θέλησα με τον σκελετό μου, να ματώσω το δέρμα σου..να ξυπνήσει..
Ένιωσα το κορμί σου να τεντώνεται, από το ρίγος αυτής της επαφής..
Πάντοτε συνέβαινε αυτό με τα κύτταρα μας. Αρκούσε μια ματιά, καμία επαφή, ακόμα ακόμα μονάχα η σκέψη, γι’αυτό το ξέφρενο, βίαιο πολλές φορές ξύπνημα των αισθήσεων..
Συνέχισες να μ’αγαπάς κεντώντας με..
Δημιουργός στον καμβά της ψυχής μου, πέπλων από μάγισσες κ ξωτικά, εικόνων παραμυθιών κ μύθων Ανατολής..
Γνώριζα την μοναδικότητα , το αμετάκλητο αυτής της στιγμής κ αρνιόμουν πεισματικά να δω μέσα στα ασπρόμαυρα παράθυρα του μυαλού μου..
Αποκοιμήθηκα στην αγκαλιά σου, σαν σε όνειρο..
Θυμάσαι πως είναι τα όνειρα;
Θυμάσαι;;



























